Το νερό, το οποίο καλύπτει περισσότερο από τα 2/3 της γης, είναι θεμέλιο της βιολογικής συνέχειας και φορέας οικολογικής ισορροπίας του πλανήτη. Η θάλασσα αποτελεί το πλέον σύνθετο, αχανές και κρίσιμο γήινο υδάτινο οικοσύστημα που συμβάλλει στην επίγεια ζωή και στη διατροφική αλυσίδα, ενώ υφίσταται διαρκώς μεταβολές. Ωστόσο, στις μέρες μας, η θάλασσα μοιάζει με ένα σύνθετο οικολογικό, γεωπολιτικό και πολιτισμικό κράμα, που συμπυκνώνει τις αντιφάσεις μιας εποχής όπου επικρατεί η τεχνολογία και το περιβάλλον κρίνεται επισφαλές. Η σωρευμένη πολυπαραγοντική ρύπανση της θάλασσας και η χημικοβιολογική μόλυνσή της μαρτυρούν όχι απλώς την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, αλλά την αδυναμία συγκρότησης ενός οικουμενικού ηθικού πλαισίου διαφύλαξης του θαλάσσιου οικοσυστήματος. Συνεπώς, η ανάλυση της θαλάσσιας ρύπανσης και μόλυνσης είναι ουσιώδης για την επιβίωση της συμβίωσης στη γη. Αίτια Ρύπανσης της Θάλασσας «Ρύπανση» είναι η κατάσταση όπου εμφανίζονται, σε ποσότητες μεγαλύτερες από τα φυσιολογικά επίπεδα, ουσίες ή παράγοντες στην φύση, που βλάπτουν τον άνθρωπο και τα υπόλοιπα έμβια όντα, διαταράσσοντας τελικά την ισορροπία του περιβάλλοντος. Η ρύπανση της θάλασσας έχει ποικίλες μορφές, όπως οι πετρελαιοκηλίδες και τα απορρίμματα καύσης ορυκτών καυσίμων, τα μικροπλαστικά, τα βαρέα μέταλλα και τα ραδιενεργά στοιχεία, τα αστικά και βιομηχανικά απόβλητα, ο θόρυβος, τα τοξικά χημικά, τα λιπάσματα, οι μηχανικές καταστροφές του υδάτινου οικοσυστήματος, καθώς και η θερμική και η χημικοβιολογική ρύπανση (θαλάσσια μόλυνση). Συχνά, η βιομηχανική δραστηριότητα οδηγεί σε απόρριψη βαρέων μετάλλων στην θάλασσα, προκαλώντας βιοσυσσώρευση και βιομεγέθυνση -τελικά νευροτοξικότητα στους οργανισμούς. Επίσης, τα απορρέοντα στη θάλασσα οργανοφωσφορικά, τα χλωριωμένα (όπως το DDT) και άλλα φυτοφάρμακα/εντομοκτόνα και τα ανθεκτικά προϊόντα αποδόμησής τους μπορεί να δρουν ως τοξίνες και να διαταράσσουν την ισορροπία του φυτοπλαγκτού και το νευρικό σύστημα των οργανισμών, ενώ τα λιπάσματα αυξάνουν τα νιτρικά και τα φωσφορικά ιόντα προκαλώντας ευτροφισμό (αύξηση θρεπτικών πυροδοτεί αύξηση φυκιών με συνέπεια την μείωση του οξυγόνου της θάλασσας). Έπειτα, λύματα με υψηλή βιοχημική ζήτηση οξυγόνου πυροδοτούν τις υποξικές συνθήκες, συνεπώς ευνοούν την παραγωγή υδρόθειου (H₂S), τον ευτροφισμό και τη γενικότερη τοξικότητα. Τα βιολογικά απόβλητα αυξάνουν την οργανική ύλη του νερού, πυροδοτώντας αναερόβιες συνθήκες και παραγωγή μεθανίου (CH4), που ενισχύει τις ανοξικές (νεκρές) ζώνες. Η καύση ορυκτών καυσίμων παράγει διοξείδιο του θείου (SO₂) που προκαλεί θαλάσσια οξίνιση και διάλυση ασβεστολιθικών δομών –όπως τα κοράλλια. Ραδιενεργά στοιχεία (ουράνιο (U), στρόντιο-90 (⁹⁰Sr), κ.α) ρυπαίνουν τη θάλασσα αν διαρρεύσουν από πυρηνικές εγκαταστάσεις, υπόγειες εκροές, μεταλλευτικές δραστηριότητες ή/και στρατιωτικές εφαρμογές. Μια ελληνική δημοσίευση έδειξε πως οι τιμές του ουρανίου στα ιζήματα του Αμβρακικού Κόλπου ήταν σημαντικά υψηλότερες από τις μέσες τιμές σε εδάφη της Ελλάδας και παγκοσμίως, με τα περισσότερα ραδιονουκλίδια παραμένουν σε μη επικίνδυνες μορφές, εκτός από περιπτώσεις με πολλή φρέσκια οργανική ύλη, που χρήζουν περαιτέρω παρακολούθησης, μιας και ίσως η οργανική ύλη συγκρατεί περισσότερο το ουράνιο. Φυσικά, η σκόνη ποικίλης προελεύσεως δύναται να περιέχει διάφορες ουσίες και βαρέα μέταλλα, που είναι τοξικά για τους οργανισμούς της θάλασσας. Από την άλλη, στα νοσοκομειακά λύματα υπάρχουν και φαρμακευτικά κατάλοιπα που ίσως διαταράσσουν το υδάτινο οικοσύστημα και την υγεία των ψαριών. Η απόρριψη αντιβιοτικών στο υδάτινο οικοσύστημα προάγει την γένεση και επιβίωση ανθεκτικών βακτηρίων και ενισχύει το θαλάσσιο μικροβιακό φορτίο. Έπειτα, τοξίνες παράγονται και από την καύση των απορριμμάτων, ενώ η αναερόβια ζύμωση αποβλήτων παράγει CH₄ και H₂S, επιδρώντας αρνητικά στη βιοχημική ισορροπία της θάλασσας. Κίνδυνοι ελλοχεύουν και με τα μικροπλαστικά (νανοπλαστικά), τα οποία απορροφούν ρύπους και υδρόφοβες τοξίνες, προκαλώντας οξειδωτικό στρες στους θαλάσσιους οργανισμούς. Φυσικά, και η κατάποση πλαστικών από τους τελευταίους ίσως αποβεί γι’ αυτούς μοιραία. Επίσης, η ατελής καύση οργανικών ουσιών παράγει PAHs, που υπονομεύουν την φωτοσύνθεση του φυτοπλαγκτού και την υγεία των οργανισμών της θάλασσας. Τα καυσαέρια ποικίλης προελεύσεως εναποθέτουν στη θάλασσα αιωρούμενα σωματίδια (PM2.5) και οξείδια αζώτου (ΝΟx), προκαλώντας τελικά παραγωγή δραστικών μορφών οξυγόνου (ROS). Σημαντική είναι και η υπεραλίευση που (έμμεσα) καταστρέφει την θαλασσινή χλωρίδα, ελαττώνοντας τη δέσμευση CO₂ και την παραγωγή Ο2. Η καταστροφή εκβολικών υγρο(βιο)τόπων ελαττώνει τις φυσικές δραστηριότητες φίλτρανσης και διαταράσσει τους βιογεωχημικούς κύκλους, ενώ αυξάνει και τη συγκέντρωση ρυπαντών. Ακόμη, το όξινο μεταλλικό νερό μπορεί να καταστρέψει τα τοξικά μέταλλα και την υδρόβια πανίδα. Τέλος, η αύξηση του CO2 επηρεάζει την ισορροπία του υδάτινου ανθρακικού οικοσυστήματος προκαλώντας οξίνιση και διάβρωση των οστράκων. Συνεπώς, για την εκτίμηση της ρύπανσης της θάλασσας, θα πρέπει να γίνονται εκτιμήσεις και μετρήσεις ξεχωριστά για κάθε παράμετρο και να την επιβεβαιώσουν ή να την απορρίψουν. Θεωρητικά, ακόμη και μια μορφή ρύπανσης να υπάρχει, τότε η θάλασσα δεν είναι καθαρή. Οι «Λανθάνοντες Αφροί» Μερικές φορές ίσως η ρύπανση της θάλασσας εκδηλώνεται μέσα από «λανθάνοντες αφρούς». Ωστόσο, πολλές φορές μπορούν να εξηγηθούν από την βιολογική ανθοφορία του φυτοπλαγκτού, το οποίο πολλαπλασιάζεται μαζικά υπό αυξημένα θρεπτικά συστατικά και όταν αποσυντίθεται προκύπτουν κιτρινοκαφέ αφροί. Πρόκειται για φαινόμενο συνήθως σε ρηχά, ζεστά νερά ή σε κλειστούς κόλπους, κυρίως το καλοκαίρι, και παράλληλα το νερό είναι πρασινοκαφετί/κοκκινωπό και μυρίζει φύκια. Ακόμη, κάποια θαλάσσια φυτά/φύκια –ιδίως όταν αποσυντίθενται μαζικά- εκκρίνουν φυσικά έλαια που ενώνονται με οργανική ύλη δημιουργώντας κιτρινοκαφέ αφρούς, συχνά σε βυθούς με πυκνή χλωρίδα ή πολλά φύκια έξω στην ακτή, δίχως κακή οσμή. Συχνά, σε καθαρή θάλασσα, το κύμα αναδεύει την οργανική ύλη του βυθού (φύκια/μικροοργανισμοί), προκαλώντας κιτρινοκαφέ αφρούς δίχως δυσάρεστη μυρωδιά. Από την άλλη, όταν το βακτηριακό φορτίο είναι υψηλό, σχηματίζονται παχύρρευστες κιτρινοκαφέ μάζες ή βλέννες ή αφροί στην επιφάνεια χωρίς απαραίτητα δυσάρεστη μυρωδιά -θαλάσσιο smoothie βακτηρίων ή μικροβιακό συσσωμάτωμα. Έπειτα, μερικές φορές τα ποτάμια μεταφέρουν λάσπη, οργανικά κατάλοιπα, φύλλα και ρίζες που μπορεί να σχηματίσουν κιτρινοκαφέ αφρούς στις ακτές, ιδίως κοντά σε εκβολές ποταμών/ρεμάτων μετά από βροχές, με μυρωδιά υγρασίας/σάπιου χώματος. Επίσης, ορισμένα λιπάσματα μπορεί να πυροδοτήσουν την ανάπτυξη μικροβίων και το νερό να γίνει σταδιακά πρασινοκίτρινο/καφεκίτρινο, με αντίστοιχους αφρούς. Σε περιοχές κακού βιολογικού καθαρισμού, ανεπεξέργαστα οικιακά λύματα ίσως δημιουργούν παχύρρευστους κιτρινοκαφέ αφρούς και η θάλασσα έχει έντονη μυρωδιά αποχέτευσης/απορρυπαντικών. Ακόμη, πλοία/σκάφη ίσως απορρίπτουν στη θάλασσα υπολείμματα καθαριστικών/πετρελαιοειδών προκαλώντας κιτρινοκαφέ αφρούς αντίστοιχης μυρωδιάς και συχνά λιπαρούς υφής και συνοδεύονται από μυρωδιά καυσίμου ή λαδιού μηχανής. Τέλος, ενδεχομένως βιομηχανικά απόβλητα με χημικά ή/και οργανικά κατάλοιπα επιβαρύνουν την θάλασσα, με χημικής οσμής ρύπανση και κιτρινοκαφέ/γκριζοκαφέ αφρούς. Η Μεσόγειος θεωρείται ως η θάλασσα με την μεγαλύτερη ρύπανση, και χαρακτηριστικά, μια δημοσίευση έδειξε πως