Επιστήμη Ώρα Μηδέν: Evolution, Revolution or Devolution?
«Ἔστιν οὖν ἐπιστήμη δόξα ἀληθής μετά λόγου»· πρόκειται για έναν πλατωνικό ορισμό που θεμελιώνει την επιστήμη ως αληθινή γνώση τεκμηριωμένη βάσει αδιάκοπης ορθολογικής επιχειρηματολογίας και κριτικής συλλογιστικής. Αιώνες αργότερα, η επιστήμη αφομοίωσε την φιλοσοφική ανατροπή της «καρτεσιανής αμφιβολίας», της προκλητικής αμφισβήτησης κάθε υφιστάμενης γνώσης ως αναγκαία προϋπόθεση αναζήτησης και εύρεσης της αλήθειας. Ωστόσο, σήμερα, οι έννοιες της «δόξης ἀληθοῦς» και του «μετὰ λόγου» μοιάζουν να αμφιταλαντεύονται στον ζυγό του 21ου αιώνα, όπου -αναφορικά με την γνώση- η ποσότητα και η ταχύτητα συχνά παραγκωνίζουν την ποιότητα και την αμφισβήτηση. Εύλογα, λοιπόν, κανείς, θα αναρωτιόταν: η επιστήμη σήμερα προοδεύει, επαναστατεί ή οπισθοδρομεί;
Η Επιστημονική Συγγραφή
Η εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης έχει συμβάλλει και στην αυτοματοποίηση της συγγραφής, γεγονός που παράλληλα με την άνθιση του ghostwriting, έχουν μετουσιώσει το συγγραφικό έργο αλλά και ευθύνη του επιστήμονα ως φορέα σκέψης και μεταλαμπάδευσης της «δόξης ἀληθοῦς».
Αν και πλέον χρησιμοποιούνται ποικίλα εργαλεία εντοπισμού λογοκλοπής, πολλές φορές καταλήγουν σε φτωχή διαχείριση πολύ σοβαρών ζητημάτων δανεισμού γνώσης και απουσίας αυθεντικής δημιουργικότητας και καινοτομίας του ερευνητή – επιστήμονα. Αυτό ίσως συμβαίνει και επειδή δεν υπάρχει επαρκής μέριμνα για την επακριβή μετάφραση της ορολογίας της επιστήμης και την διάδοσή της ανά τους λαούς, κάτι το οποίο υπονομεύει και την ακρίβεια και την αξιοπιστία της διαγλωσσικής επιστημονικής επικοινωνίας, με τελικό αποτέλεσμα τις γλωσσικές ασυμμετρίες και τους αποκλεισμούς ορισμένων λαών από ορισμένα επιστημονικά κεφάλαια. Συχνά, οι παραδοσιακές μέθοδοι αξιολόγησης δεν είναι ικανές να κρίνουν τη διεπιστημονικότητα και άλλες παρόμοιες προσεγγίσεις, και έτσι προωθείται η ομοιομορφία έναντι της δημιουργικότητας και της καινοτομίας στην επιστήμη.
Οι Θετικές Επιστήμες
Οι θετικές επιστήμες απέχουν έτη σκέψης από τον ανθρωπιστικό λόγο, με αποτέλεσμα η ίδια η επιστήμη των εν λόγω κλάδων να μην είναι ικανή να προβεί σε αυτοκριτική και να μην μπορεί να ανανεωθεί και να βελτιωθεί σε ηθικό και εννοιολογικό επίπεδο. Κάποιες φορές δε, τα αποτελέσματα δεν δύνανται να αναπαραχθούν, ενώ οι ποικίλοι αλγόριθμοι, τα δεδομένα και τα στατιστικά μοντέλα χρησιμοποιούνται παραβλέποντας τα όποια biases. Ακόμη, σήμερα, ο επιστημονικός τρόπος σκέψης έχει ίσως στατιστικοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό, που η πρωτοτυπία και η κριτική σκέψη δυσχεραίνονται από την τυφλή εμμονή στο p-value.

Οι Ανισότητες στην Επιστήμη
Στον επιστημονικό χώρο υπάρχουν ανισότητες και οι χρηματοδοτικοί μηχανισμοί δεν είναι εξίσου προσβάσιμοι και προσιτοί για κάθε ερευνητή και κάθε πανεπιστήμιο, με την ψαλίδα να ανοίγει έντονα εις βάρος των ανθρωπιστικών επιστημών. Κάποιες φορές η έρευνα είναι προϊόν ιδιωτικών χρηματοδοτήσεων με ενίοτε εμπορικούς σκοπούς εις βάρος της ελεύθερης και ανεξάρτητης ερευνητικής δραστηριότητας και της αναγκαιότητάς της ως κοινωνικό αγαθό. Δεν είναι λίγες και οι περιπτώσεις όπου η χρηματοδότηση δεν επαρκεί ούτε εντός ακαδημίας, ενώ, ακόμη και η ακαδημαϊκή ιεραρχία ίσως καθίσταται τροχοπέδη για την καινοτομία και την δραστηριότητα των νεότερων επιστημόνων. Έπειτα, η ακαδημαϊκή διεπιστημονικότητα και οι μοντέρνες ερευνητικές στρατηγικές ίσως απουσιάζουν, αποτρέποντας κάθε προσπάθεια ανανέωσης και προάγοντας τελικά την ομοιομορφία στην επιστήμη, με αποτέλεσμα το κάτι διαφορετικό να απουσιάζει παντελώς.
Μερικές φορές, δε, το αδιάλειπτο άγχος αξιολόγησης των νέων ερευνητών, σε συνδυασμό με την επαγγελματική τους αστάθεια και την απουσία επαρκούς θεσμικής στήριξης τους ασκεί ψυχολογική πίεση και εξουθένωση, μακροπρόθεσμες συνέπειες στην υγεία και στην επιστημονική παραγωγικότητά τους.
Οι Επιστημονικές Δημοσιεύσεις και η Επικοινωνία της Επιστήμης
Τις τελευταίες δεκαετίες, ο αριθμός των δημοσιεύσεων επιστημονικών περιοδικών γνωρίζει μια εκθετική αύξηση -μάλιστα εκρηκτική κατά την διάρκεια της πρόσφατης πανδημίας της COVID-19-, δίχως ταυτόχρονη αύξηση στην ουσιαστική τους συνεισφορά, οδηγώντας σε επιστημονικό υπερκορεσμό και σε βιομηχανοποίηση της παραγωγής γνώσης, που καθιστούν δυσχερή το «μετά λόγου» και τον διαχωρισμό της «δόξης ἀληθοῦς» από τον επιστημονικό θόρυβο. Οι έρευνες άνευ επαρκούς πολυπαραγοντικής προσέγγισης ή εκείνες που υπόκεινται σε salami splicing και οι περιορισμένες βιβλιογραφικά, χρονικά και κριτικά ανασκοπήσεις –υπό το πρίσμα του «publish or perish»- κλονίζουν την παγίωση της ενδελεχούς κριτικής ανάλυσης και της επιστημονικής επιχειρηματολογίας, ενώ η όξυνση των φαινομένων των preprint servers και των predatory journals θολώνουν τα όρια ανάμεσα σε αξιόπιστες και μη δημοσιεύσεις και υποδαυλίζουν την αξία του peer review.
Ιδίως τα δύο τελευταία σημεία υπονομεύουν την επιστημονική επικοινωνία και την απόκτηση «δόξης ἀληθοῦς» από το ευρύτερο κοινό ειδικά μέσα από πλατφόρμες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με συνέπεια την έλλειψη κατανόησης, την παραπληροφόρηση και την ημιμάθεια. Φυσικά, η απουσία διαρκούς αυθεντικού και ουσιαστικού διαλόγου μεταξύ επιστημόνων και πολιτείας αποξενώνει τον πολίτη από την αληθινή επιστημονική γνώση –η οποία απέχει κατά πολύ από το να αποτελεί δημόσιο αγαθό.

Ένα εξίσου σημαντικό σημείο αποτελεί το γεγονός πως η σύγχρονη επιστήμη εδράζεται ολοένα και περισσότερο σε τεχνικά, εξειδικευμένα και ίσως αδιαφανή γλωσσικά σχήματα, καθιστώντας την πρόσβαση του ευρύτερου κοινού στην επιστημονική γνώση δυσχερή έως και αδύνατη. Κατά συνέπεια, η γνώση αποκόπτεται από τη δημόσια σφαίρα και μετατρέπεται από κοινωνικό αγαθό σε όπλο των ολίγων, γεννώντας κοινωνικές ανισότητες. Με την σειρά του, το εν λόγω χάσμα μεταξύ κοινωνίας και επιστήμης δημιουργεί γόνιμο έδαφος για την παραπληροφόρηση, τα συνωμοσιολογικά μοτίβα και τη δυσπιστία προς την επιστήμη. Ίσως, όταν η «δόξα ἀληθής» καθίσταται απρόσιτη, το κενό προσπαθούν να καλύψουν οι όποιες απλουστευτικές αφηγήσεις δίχως το «μετά λόγου» και η γνώση της παραεπιστήμης –διαβρωτική γι’ αυτή.
Επιστήμη και Εξουσία
Η επιστήμη δεν λειτουργεί εν κενώ∙ αλληλοεπιδρά και επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τα σημερινά κοινωνικοπολιτικοοκονομικά τεκταινόμενα. Μερικές φορές, οι χρηματοδοτικές προτεραιότητες, οι θεσμικές επιταγές και η ερευνητική ατζέντα, επαναπροσδιορίζουν από κοινού τόσο το περιεχόμενο όσο και τη φορά της. Ιδίως σε περιόδους κρίσεων, ο ρόλος της ανανεώνεται στον δημόσιο λόγο και μετατοπίζεται από ερμηνευτικός προς κανονιστικός, κάτι το οποίο μαρτυρά την ανάγκη αδιάκοπης επαγρύπνησης για την διατήρηση της αυτονομίας και της εσωτερικής της ελευθερίας. Η αυξανόμενη τεχνοκρατικοποίηση της γνώσης ενδέχεται να αφανίσει τη δυνατότητα συμμετοχικού διαλόγου, ενώ η χαρακτηριστική αβεβαιότητα μιας ερευνητικής διαδικασίας μπορεί να υποβαθμίζεται για λόγους επικοινωνιακής απλότητας ή όποιας σκοπιμότητας. Έπειτα, κάποιες φορές η φαινομενική αυθεντία τείνει να χαρακτηρίζει το σύγχρονο επιλεκτικό χρίσμα του ειδικού στην σφαίρα των ΜΜΕ, δοκιμάζοντας σε μεγάλο βαθμό τη δυνατότητα διαφορετικής επιχειρηματολογίας ή/και κριτικής σκέψης. Ενίοτε δε, ορισμένοι επιστήμονες αυθυποβάλλονται σε προσωπική επιστημονική ενδοσκόπηση και δυσανεκτική αυτολογοκρισία, προκειμένου να συμβαδίσουν με τις εκάστοτε κοινωνικοπολιτικοοικονομικές επιταγές, διαφυλάσσοντας παράλληλα την εσωτερική τους επιστημονική ελευθερία –ιδίως όταν η «δόξα ἀληθής» μοιάζει στρατηγικό αγαθό και εργαλείο πειθούς. Βέβαια, έχουν υπάρξει και περιπτώσεις όπου οι πολιτικές και οι λήψεις μέτρων δεν ήταν ομόρροπες με την επιστημονική γνώση, με αποτέλεσμα να επέλθουν ρήγματα εμπιστοσύνης, όχι επειδή δεν η κοινωνία δεν την σέβεται, αλλά επειδή ορισμένες φορές δεν είναι ορατό το αν μιλά ο επιστήμονας ή ο πολιτικός πίσω του.

Ακόμη και η σχέση επιστήμης και θρησκείας (πίστη) και επιστήμης (έρευνα) –εξ’ ορισμού των- σήμερα παραμένει πολύπλοκη, και, πολλές φορές συγκρουσιακή. Η δημόσια εκπαίδευση μερικές φορές γίνεται πεδίο αντιπαράθεσης, αφού ορισμένες επιστημονικές θεωρίες –εξέλιξη, κοσμολογία, κ.α.- εγείρουν θρησκευτικές αντιδράσεις, ενώ οι ραγδαίες εξελίξεις στη βιοηθική —γενετική μηχανική, ευθανασία, τεχνητή γονιμοποίηση, κ.α. πυροδοτούν μια αυξημένη ηθική επιτήρηση της επιστήμης από κοινωνικά αλλά και θρησκευτικά αξιακά συστήματα. Σε συντηρητικά περιβάλλοντα, η «δόξα ἀληθής» αντιμετωπίζεται με θρησκευτική καχυποψία, κάτι το οποίο υπονομεύει την εμπιστοσύνη των ανθρώπων σε αυτή, ειδικά σε κρίσιμα ζητήματα δημόσιας υγείας.
Έπειτα, τις περισσότερες φορές, η σύγχρονη επιστήμη στρέφεται στο αποτέλεσμα και όχι στο αίτιο, ενώ αν και αποτελεί μια ανθρώπινη εξήγηση, πολλές φορές απέχει από την νοηματοδήτηση –ξέρουμε τα βιοχημικά μονοπάτια της αγάπης, αλλά όχι τον πραγματικό λόγο ύπαρξής της. Ακόμη, ορισμένα ηθικά διλήμματα δεν εκλείπουν, ιδίως αναφορικά με τον λόγο του ευγονικού προγραμματισμού, τον λόγο δημιουργίας μιας τεχνολογικής νοημοσύνης καλύτερης από την ανθρώπινη, κ.α..
Άνθρωπος και Επιστήμη στον 21ο Αιώνα
Αν και ο 21ος αιώνας χαρακτηρίζεται από αξιοσημείωτη τεχνολογική προόδο και επιστημονική γνώση, παρατηρείται μια σημαντική μείωση του κριτικού στοχασμού και της επιστημονικής αμφισβήτησης στην καθημερινότητα του ανθρώπου –γεγονός ίσως παράλληλο με έρευνες που θέλουν την μάζα του ανθρωπίνου εγκεφάλου να συρρικνώνεται με την πάροδο του χρόνου.

Η εύκολη προσβασιμότητα σε τεχνολογικά εργαλεία και πληροφορίες έχει καλλιεργήσει ένα έδαφος στο οποίο η αποδοχή των δεδομένων πολλές φορές συμβαίνει δίχως βαθύτερη ανάλυση κι επανέλεγχο. Η κατοχή απλώς ορισμένων επιστημονικών γνώσεων δεν επαρκεί για να χαρακτηρίσει κάποιον ως επιστήμονα· καθοριστικής σημασίας είναι η μεθοδική αμφισβήτηση, η αδιάκοπη αναζήτηση της αλήθειας και η ελεύθερη, κριτική προσέγγιση των φαινομένων –το «μετά λόγου». Η παθητική αποδοχή της τεχνολογικής πρακτικότητας, δίχως την πρόοδο της εν λόγω επιστημονικής μεθόδου, εγκλωβίζει τον σημερινό άνθρωπο σε μια πιο επιφανειακή αντίληψη του κόσμου, με κίνδυνο να τον απομακρύνει από τη «δόξα ἀληθή».
Σε αυτό το σημείο, όπου η επιστήμη μοιάζει να ταλαντώνεται ανάμεσα στη σύνθεση και στην αποσύνθεση, το αρχικό ερώτημα –ίσως υπαρξιακό παρά επιστημονικό- ίσως απευθύνεται στους ίδιους τους πολίτες και όχι αποκλειστικά στους ειδικούς, δεδομένου πως η επιστήμη, πέραν της «δόξης ἀληθοῦς» και του «μετά λόγου», δεν μετριέται απλώς με citations αλλά με την επιρροή και την ευθύνη της απέναντι στον άνθρωπο, στην κοινωνία και στην πολιτεία. Όμως, επειδή το ερώτημα αφορά την επιστήμη, και επειδή ο σύγχρονος βίος του homo insciens είναι συνυφασμένος μαζί της, η όποια απάντηση απαιτεί την «καρτεσιανή αμφιβολία», και χρήζει τεκμηρίωσης «μετά λόγου».
*Οι εικόνες δημιουργήθηκαν με την βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ BIBΛIOΓΡΑΦΙΑ
Carr, N. G. (2011). The shallows: What the Internet is doing to our brains (Norton pbk. [ed.]). W.W. Norton.
DeSilva, J., Fannin, L., Cheney, I., Claxton, A., Ilieş, I., Kittelberger, J., Stibel, J., & Traniello, J. (2023). Human brains have shrunk: The questions are when and why. Frontiers in Ecology and Evolution, 11. https://doi.org/10.3389/fevo.2023.1191274
Ernest, P. (2018). The ethics of mathematics: Is mathematics harmful? In P. Ernest, The Philosophy of Mathematics Education Today (σσ. 187–216). Springer International Publishing. https://doi.org/10.1007/978-3-319-77760-3_12
Otike, F., Bouaamri, A., & Hajdu Barát, Á. (2022). Predatory publishing: A catalyst of misinformation and disinformation amongst academicians and learners in developing countries. The Serials Librarian, 83(1), 81–98. https://doi.org/10.1080/0361526X.2022.2078924
Petersen, O. H. (2021). Inequality of research funding between different countries and regions is a serious problem for global science. Function, 2(6), zqab060. https://doi.org/10.1093/function/zqab060


